Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Chapter 14

Πάτησε δειλά το αριστερό του πόδι στην είσοδο κοιτάζοντας δεξιά αριστερά, πίσω ακριβώς από την πόρτα σα να φοβόταν ότι κάποιος είχε στήσει ενέδρα εναντίον του. Γιατί είχε αυτό το συναίσθημα άραγε; Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει. "Θα ναι το σύνδρομο της πρώτης επίσκεψης στον γιατρό" σκέφτηκε. Το σαλόνι ήταν άδειο, μακρόστενο και μία δεύτερη μεταλλική θωρακισμένη πόρτα δέσποζε στο βάθος. "Μα θωρακισμένη πόρτα μέσα στο ιατρείο; Τι σκατά;" Κούρνιασε στον μοναδικό καναπέ χωρίς να κλείσει την εξώπορτα πίσω του και επεξεργάζονταν το χώρο μέχρι να έρθει κάποιος να τον υποδεχθεί. Ήταν άλλωστε γνωστός χέστης και δεν του πέρασε από το μυαλό ούτε να χτυπήσει την τόσο μακρινή μεταλλική πόρτα ούτε να φωνάξει "Καλησπέρα, είναι κανείς εδώ;" και άλλα τέτοια που δηλώνουν «εισβολή» στο χώρο.

Το μακρόστενο σαλόνι ήταν σκοτεινό και βρώμικο. Ένιωθε οι τοίχοι να τον πλησιάζουν και να θέλουν να τον ακουμπήσουν με αυτήν την παχύρευστη πρασινωπή γλύντζα που κουβαλούσαν. Το πάτωμα είχε μαύρες πατημασιές που οδηγούσαν στο βάθος. "Ποιος βρωμιάρης δεν σκούπισε τα πόδια του" ψέλισε. "Και αυτή η μπόχα…κλεισούρα….αρρωστήλα. Κανένας δεν άνοιγε τα παράθυρα σε αυτό το σαλόνι; Ποια παράθυρα όμως…; Αφού δεν έχει!" Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο λάθος του φαίνονταν η επιλογή του να έρθει σε αυτόν τον κομπογιαννίτη βρωμιάρη που του συστήσανε για γιατρό. "Αν αργήσει άλλα 5 λεπτά θα φύγω" σκέφτηκε και ενώ προσπαθούσε να θυμηθεί πως στο διάολο είχε βρεθεί η κάρτα του στο συρτάρι…

-"Τι θες εσύ εδώ;"

Ο Τζόναθαν ένιωσε ένα καυτό σουβλί να διαπερνά τα σωθικά του και ασυναίσθητα έσφιξε τα κωλομέρια του για να μην διαφύγει αυτό το καυτό ζουμί που καψάλισε τον σφικτήρα του.

-"Αχ…..να σε χέσω ρε μαλάκα.. με κατατρόμαξες!"

Γυρνάει πίσω του και βλέπει καλύτερα τον πελώριο άντρα που στέκονταν στην εξώπορτα με τα χέρια στη μέση, το πρόσωπό του ήταν συννεφιασμένο άγριο και φορούσε αυτή τη λερωμένη άσπρη μπλούζα με το καρτελάκι…. Dr Κέιος;!

-"Θα σε ρωτήσω άλλη μια φορά!" είπε και τα φρύδια του πλησίασαν το ένα το άλλο.

-"Γιατρέ, εσείς…..εεεεε ασθενής είμαι, εεεεε δεν είμαι καλά το κεφάλι μου και είδα ανοιχτή την πόρτα και μπήκα, δεν έχετε δουλειά, εννοώ μπορείτε να με δείτε….; Νόμισα ήσασταν μέσα."

Το πρόσωπο του δόκτωρα ξετσαλακώθηκε, τα φρύδια του απομακρύνθηκαν και με μία φωνή όλο γλύκα αποκρίθηκε:

-"Φίλε μου ήμουν έξω, πήγα να πάρω…τέτοιο, τσιγάρα πήγα να πάρω. Συγνώμη αν σε τρόμαξα αλλά ξέρεις σήμερα είμαι κλειστός. Δεν δουλεύω, απεργώ. Στηρίζω τον αγώνα των αγροτών της εεεεε….. Ζουαζιλάνδης. Αλλά θα σε εξυπηρετήσω. Ε ναιιιιιι… κάτι θα γίνει!"

Ο Τζόναθαν παρόλη την αλλαγή στη συμπεριφορά του περίεργου γιατρού φοβόταν ακόμη. Μάλιστα φοβόταν ακόμα περισσότερο αφού τώρα τον κοίταζε και χαμογελούσε σχεδόν απειλητικά ενώ το ημίτρελλο βλέμμα του ήταν καρφωμένο συνέχεια στο μέτωπο ή στα μάτια του. Είχε μια περίεργη αίσθηση ότι πλέον ο γιατρός ήθελε διακαώς να τον εξετάσει.

-"Α, συγνώμη δεν το ήξερα, να φύγω αν είναι!"

-"Όχι όχι σας παρακαλώ άλλωστε μου φαίνεστε πολύ ταραγμένος, έχουμε δώσει και έναν όρκο, τι γιατροί είμαστε. Για εσάς θα κάνω μία εξαίρεση και θα δουλέψω σήμερα. Περάστε στο βάθος παρακαλώ." Η απότομη μετάβαση στον πληθυντικό από τη μεριά του δόκτωρα και ο ήχος της πόρτας που έκλεινε πίσω του, του έκοψε τα πόδια.

-"Να πάω εκεί μέσα….στο βάθος;"

-"Ναι ναι, σπρώξτε λίγο θα ανοίξει… μη σας τρομάζει το μέταλλο. Είναι κυρίως για ηχομόνωση. Εγώ έρχομαι αμέσως. Σε ένα λεπτό θα είμαι μαζί σας."

Ο Τζόναθαν κατάλαβε ότι ο δρόμος προς το μεταλλικό θηρίο ήταν μονόδρομος. Περπάτούσε όσο πιο αργά μπορούσε ελπίζοντας ότι κάτι θα γίνει και δεν θα μπεί ποτέ εκεί μέσα….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου